Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 261

Η ερμηνεία του deja vu σύμφωνα με την Ψυχανάλυση και την Ψυχολογία

O Freud ασχολήθηκε σοβαρά με το deja vu. Στο βιβλίο του «Ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής» γράφει: «Πιστεύω ότι είναι λανθασμένο να θεωρηθεί το συναίσθημα να έχω αισθανθεί κάτι από πριν, ως παραίσθηση. Αντίθετα, σε τέτοιες στιγμές κάτι αγγίζεται πραγματικά που έχουμε ήδη βιώσει, μόνο δεν μπορούμε συνειδητά να το θυμηθούμε επειδή δεν είναι στο συνειδητό. Εν συντομία, το αίσθημα deja vu αντιστοιχεί στη μνήμη μιας ασυναίσθητης φαντασίας. Υπάρχουν ασυναίσθητες φαντασίες (ή όνειρα ημέρας) ακριβώς όπως υπάρχουν παρόμοιες συνειδητές δημιουργίες, όπως ο καθένας μας ξέρει από την προσωπική του εμπειρία.»

Ο ψυχαναλυτής Ferenczi, μαθητής του Freud, γράφει «Έχω πειστεί, μέσω εμού καθώς επίσης και των άλλων, ότι το ανεξήγητο συναίσθημα της οικειότητας, μπορεί να αποδοθεί στις ασυναίσθητες φαντασίες, των οποίων η ύπαρξη μας γίνεται ασυναίσθητα αντιληπτή με αφορμή μια τυχαία πραγματική κατάσταση. Με έναν από τους ασθενείς μου η διαδικασία ήταν αρκετά διαφορετική αλλά στην πραγματικότητα αρκετά ανάλογη. Αυτό το συναίσθημα επέστρεφε σε αυτόν πολύ συχνά, αλλά προερχόταν από ένα ξεχασμένο (κατασταλμένο) τμήμα ενός ονείρου της προηγούμενης νύχτας. Κατά συνέπεια φαίνεται ότι το deja vu μπορεί να προέλθει όχι μόνο από τα όνειρα της ημέρας αλλά και από τα όνειρα της νύχτας.»

Στην ψυχανάλυση κατά τον Carl Jung, το deja vu ερμηνεύεται ως ένας από τους πιθανούς μηχανισμούς ανάσυρσης ασυνείδητου υλικού στο συνειδητό. Όταν ένα εξωτερικό γεγονός συνδέεται με κάποια ασυνείδητη γνώση μέσα μας, αυτή η γνώση μπορεί να φτάσει στη συνείδηση. Το γεγονός βιώνεται σαν deja vu και θυμόμαστε μια προϋπάρχουσα ανάμνηση σχετικά με αυτό. Σύμφωνα με τον Jung, υπάρχουν μερικές εμπειρίες που δείχνουν τα αποτελέσματα του συλλογικού ασυνείδητου καλύτερα: Η εμπειρία της αγάπης από την πρώτης στιγμή, του deja vu και η άμεση αναγνώριση ορισμένων συμβόλων και οι εννοιών ορισμένων μύθων, θα μπορούσαν όλα να γίνουν κατανοητά ως μια ξαφνική σύγκλιση της εξωτερικής πραγματικότητάς μας και της εσωτερικής πραγματικότητας του συλλογικού ασυνείδητου. Μεγαλύτερα παραδείγματα είναι η δημιουργική εμπειρία κοινή στους καλλιτέχνες και τους μουσικούς σε όλο τον κόσμο και σε όλους τους χρόνους, ή η πνευματική εμπειρία των μυστικιστών όλων των θρησκειών, ή των εθνικών παραλληλισμών στα όνειρα, τις φαντασίες, τις μυθολογίες, τις ιστορίες νεράιδων, και τη λογοτεχνία.

Η ερμηνεία του deja vu σύμφωνα με την Ψυχολογία

Η ψυχολογία μας προσφέρει κάποιες σοβαρές εξηγήσεις για την περίπτωση του «φυσιολογικού» φαινομένου του deja vu.

Η υπόθεση της «απόσπασης της προσοχής» έχει δοκιμαστεί πειραματικά και βρέθηκε αληθινή. Αυτή η θεωρία της «διπλής αντίληψης» λέει ότι: Βλέπουμε ένα πράγμα μία φορά φευγαλέα, αλλά ταυτόχρονα δίνουμε μεγάλη προσοχή σε άλλα πράγματα γύρω μας και έτσι η εικόνα δεν καταχωρείται στη συνειδητή αντίληψή μας. Εν τούτοις, ο εγκέφαλός μας αποθηκεύει την εικόνα, αλλά μακριά από τη άμεση συνείδηση. Αργότερα, όταν τύχει να δούμε το ίδιο πράγμα και του δώσουμε προσοχή, παίρνουμε αυτήν την ιδιόμορφη αίσθηση ότι κάπου το έχουμε δει πριν.

Μια άλλη ψυχολογική εξήγηση του deja vu βασίζεται στην απόσχιση της διαδικασίας ανάκλησης μνημονικού υλικού, από την συνειδητοποίηση της ίδιας της διαδικασίας ανάκλησης μνημονικού υλικού. Προσπαθούμε να θυμηθούμε κάποια ανάμνηση, δεν την βρίσκουμε γιατί δεν υπάρχει, αλλά η συνειδητοποίηση ότι προσπαθούμε να θυμηθούμε κάτι, προκαλεί το deja vu. Μια παραλλαγή αυτής της θεωρίας λέει ότι όταν υπάρχουν κάποιες ελάχιστες κοινές λεπτομέρειες ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και κάποια ανάμνησή μας, αλλά δεν είναι αρκετές αυτές οι λεπτομέρειες να ανακαλέσουν την αποθηκευμένη ανάμνηση στο συνειδητό, τότε μένουμε μετέωροι σε μια ενδιάμεση φάση παραμνησίας που είναι το deja vu.

Άλλη ψυχολογική εξήγηση του deja vu προτείνει τη θεωρία της ομοιότητας ανάμεσα στο τώρα και σε κάποια παλαιότερη εσωτερική μνήμη μας. Όσα περισσότερα κοινά στοιχεία υπάρχουν, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες εμφάνισης του deja vu (Cleary, Ryals et al. 2009).

Μια άλλη νευροφυσιολογική θεωρία λέει ότι είναι πιθανό σε ένα τόσο πολύπλοκο όργανο όπως ο εγκέφαλος, ένας νευρώνας να πυροδοτήσει τη ύπαρξη κάποιας ανάμνησης που είναι όμως εσφαλμένη ή τυχαία. Οι υπόλοιποι συνεργαζόμενοι νευρώνες όμως, σωστά δεν επιβεβαιώνουν την εσφαλμένη ανάμνηση. Η μικροδιαφορά στο χρόνο ανάμεσα στην πυροδότηση και την αναχαίτιση της εσφαλμένης ανάμνησης, μας αφήνει στην παράξενη αίσθηση ότι κάτι θυμόμαστε, αλλά ούτε πού, ούτε πότε συνέβη, γνωρίζουμε.

Πηγή: NaΦsi

Register and Claim Bonus at williamhill.com